γεωργήσιμος

γεωργ-ήσιμος, ον,
A tilled or fit for tillage, Arist.Pr.924a22, Str.16.4.18, Plb.1.56.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεωργήσιμος — tilled masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργήσιμος — η, ο (AM γεωργήσιμος, ον) [γεωργώ] ο κατάλληλος για καλλιέργεια, καλλιεργήσιμος …   Dictionary of Greek

  • γεωργήσιμον — γεωργήσιμος tilled masc/fem acc sg γεωργήσιμος tilled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργησίμοις — γεωργήσιμος tilled masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργησίμῳ — γεωργήσιμος tilled masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργήσιμα — γεωργήσιμος tilled neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.